
Ο τίτλος προφανώς κάνει αναφορά στο πασίγνωστο βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ, Άνθρωποι και ποντίκια (1937), του οποίου τον τίτλο εμπνεύστηκε από τον στίχο ενός ποιήματος του Ρόμπερτ Μπερνς (To a Mouse, 1785):
The best laid schemes o’ mice an’ men / Gang aft agley
(Τα πιο καλοστρωμένα σχέδια ποντικών κι ανθρώπων / συχνά πάνε στραβά — μετάφραση δική μου).
Και τι γίνεται με τα καλοστρωμένα σχέδια των πιθήκων και των ανθρώπων; Αυτά ξεκίνησαν μια χαρά όπως αναπτυσσόταν ένα ακόμα κλαδί του μεγάλου δέντρου της ζωής, αλλά κάποια στιγμή κάτι στράβωσε… Κι αρχίσαμε να μιλάμε για (ευφυείς) ανθρώπους και (λιγότερο ευφυείς) πιθήκους. Μήπως άραγε πρόκειται απλώς για ζήτημα σημειολογίας; Είναι απλώς θέμα ονόματος και γλώσσας; Πώς αντιλαμβανόμαστε και πώς μιλάμε για αυτή τη «διάσχιση» στο δέντρο μας;
Η διάκριση αυτή ανθρώπων και πιθήκων σχετίζεται και με τη συχνότερη, ίσως, ερώτηση που δέχεται όποιος μιλά στο ευρύ κοινό περί εξέλιξης: «μα, καταγόμαστε στ’ αλήθεια από πιθήκους;» Οι περισσότερες πηγές, όπως εγχειρίδια, ιστοσελίδες, βιβλία εκλαΐκευσης κ.λπ., καθώς και πολλοί επιστήμονες στις ομιλίες τους (για να μην αναφέρω τα σχολικά βιβλία) απαντούν επιστρατεύοντας μια περίπλοκη επιχειρηματολογία που εισάγει όρους όπως «σύγχρονοι πίθηκοι», «πιθηκοειδείς πρόγονοι» κ.ά., οι οποίοι δημιουργούν μια ασαφή, ομιχλώδη εικόνα. Συχνά, επίσης, η νύξη πως οι άνθρωποι κατάγονται από πιθήκους αντιμετωπίζεται χωρίς περιστροφές ως «παρανόηση», και διορθώνεται στην θεωρούμενη ως ορθή διατύπωση ότι «απλώς έχουμε κοινούς προγόνους με τους πιθήκους».
Ας δούμε τι σημαίνουν όλα αυτά. Το φυλογενετικό δέντρο των Πρωτευόντων είναι σήμερα γνωστό με αδιαμφισβήτητο τρόπο, πέρα ίσως από κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες εδώ κι εκεί. Να εξηγήσουμε: φυλογενετικό δέντρο λέμε ένα διάγραμμα που αποτυπώνει τις σχέσεις εξελικτικής συγγένειας των οργανισμών, κάπως σαν τα οικογενειακά γενεαλογικά δέντρα που μας είναι πιο οικεία αλλά χωρίς τη διάκριση σε πατρική και μητρική γενεαλογική γραμμή και που εκτείνεται σε εκατομμύρια χρόνια πριν από σήμερα αντί για χρόνια και γενιές. Επίσης, αντί για πρόσωπα έχει είδη ή άλλες μεγάλες ομάδες οργανισμών. Τα Πρωτεύοντα, πάλι, είναι όλοι οι οργανισμοί που αποκαλούμε πιθήκους ή μαϊμούδες, μαζί με τους λεμούριους, και οι οποίοι μοιράζονται ορισμένα μοναδικά χαρακτηριστικά, όπως τα μάτια σε πρόσθια θέση στο πρόσωπο, ο αντίχειρας που βρίσκεται μακριά και κάπως απέναντι από τα άλλα δάκτυλα, τα πλατιά νύχια και μερικά ακόμα ανατομικά στοιχεία. Φυσικά, οι άνθρωποι ανήκουμε κι εμείς στην ίδια αυτή ομάδα.
Έτσι, οι σχέσεις εξελικτικής συγγένειας των συγκεκριμένων οργανισμών είναι γνωστές, ιδίως εκείνων που ανήκουν στο μικρότερο παρακλάδι αυτού του κλαδιού, δηλαδή των μεγάλων πιθήκων χωρίς ουρά. Είναι πλέον τεκμηριωμένο με αδιαμφισβήτητο τρόπο πως οι άνθρωποι μοιραζόμαστε μοναδικό κοινό πρόγονο με τα δύο είδη χιμπατζή που ζουν σήμερα, τον κοινό και τον μπονόμπο· κατόπιν ο κοινός αυτός πρόγονος μοιράζεται μοναδικό κοινό πρόγονο με τους σημερινούς γορίλες (επίσης δύο είδη, ο δυτικός και ο ανατολικός), και ο κοινός αυτός πρόγονος μοιράζεται με τη σειρά του μοναδικό κοινό πρόγονο με τους ουραγκοτάγκους (επίσης δύο είδη, του Βόρνεο και της Σουμάτρας). Από την εποχή που ζούσε κάθε ένας από αυτούς τους κοινούς προγόνους μέχρι σήμερα, εμφανίστηκαν πολλά άλλα μικρά κλαδάκια στο δέντρο, τα οποία όμως δεν έφθασαν μέχρι τις μέρες μας, καθώς τα σχετικά είδη εξαφανίστηκαν. Πιο γνωστά στους περισσότερους είναι μερικά από τα κλαδάκια που απλώθηκαν μετά τον τελευταίο κοινό μας πρόγονο με τους χιμπατζήδες, όπως οι Αυστραλοπίθηκοι, ο Homo erectus και οι Νεάντερταλ. Φυσικά, ανάλογα παρακλάδια υπήρξαν και στα κλαδιά των χιμπατζήδων, των γοριλών και των ουραγκοτάγκων.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν. Οι χιμπατζήδες, οι γορίλες και οι ουραγκοτάγκοι είναι όλοι «πίθηκοι». Αυτό σημαίνει προφανώς ότι τόσο τα παρακλάδια όσο και οι κοινοί πρόγονοί τους ήταν επίσης πίθηκοι. Άρα και ο κοινός μας πρόγονος με τους χιμπατζήδες ήταν κι αυτός πίθηκος. Αίφνης, ενώ όλοι αυτοί οι οργανισμοί ήταν «πίθηκοι», ένας μόνο διεκδικεί να μην είναι πίθηκος αλλά κάτι διαφορετικό. Ο άνθρωπος! Αυτό όμως δεν μπορεί να σταθεί από επιστημονική σκοπιά, καθώς στην επιστήμη της Συστηματικής (το πεδίο της Βιολογίας που ασχολείται με τις εξελικτικές σχέσεις των οργανισμών και το πώς αυτές μεταφράζονται στην ταξινόμησή τους) τα κλαδάκια που παράγονται από άλλα εντάσσονται αναγκαστικά στην ίδια ομάδα με αυτά, σε μια ιεραρχία που φθάνει μέχρι και την αρχή της ζωής. Εν ολίγοις, δηλαδή, για την επιστήμη της Βιολογίας όχι μόνο καταγόμαστε από πιθήκους αλλά είμαστε κι εμείς πίθηκοι! Αυτή είναι η μοναδική έγκυρη επιστημονική απάντηση.
Αν θέλουμε τώρα να χρησιμοποιούμε άλλο όνομα για την αφεντιά μας απ’ ό,τι για τους συγγενείς μας, δικαίωμά μας, αλλά αυτό δεν αφορά την επιστήμη της Βιολογίας. Ούτε προσφέρει απάντηση στο αρχικό ερώτημα.
Εδώ αξίζει ν’ ανοίξουμε μια παρένθεση. Ο διάσημος βιολόγος Jared Diamond, σε ένα βιβλίο του (Ο Τρίτος Χιμπαντζής, εκδ. Κάτοπτρο 2009, ημερομηνία έκδοσης πρωτοτύπου: 1991), επισημαίνει πως οι ομοιότητές μας με τους χιμπατζήδες είναι τόσο μεγάλες ώστε θα μπορούσαμε να θεωρηθούμε ως το τρίτο είδος χιμπατζή. Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ πως, ανεξάρτητα από τη στόχευση αυτής της πρότασης να θέσει προβληματισμούς για την ταυτότητά μας, από τεχνική σκοπιά είναι συζητήσιμη. Ο πιο πρόσφατος κοινός μας πρόγονος έζησε πριν από 6 εκατομμύρια χρόνια περίπου και έχουμε ήδη δώσει ονόματα διαφορετικών γενών (ομάδων πολύ στενά συγγενικών ειδών που αποδίδονται με το πρώτο συνθετικό του διώνυμου κάθε ονόματος είδους) σε κλαδάκια που εμφανίστηκαν μετά απ’ αυτόν, όπως Australopithecus, Paranthropus, Kenyanthropus κ.ά. Αν επρόκειτο να μεταφερθούμε κι εμείς στο ίδιο γένος με τους χιμπατζήδες (Pan), θα έπρεπε όλα αυτά να ονομαστούν επίσης Pan. Μολονότι το πού ορίζουμε την έναρξη ενός «γένους» κατά μήκος των κλαδιών είναι εν πολλοίς αυθαίρετο (αρκεί όλα τα παρακλάδια μετά το σημείο αυτό να εντάσσονται επίσης στο ίδιο γένος), το κάπως μεγάλο χρονικό διάστημα της διακλάδωσης και το πλήθος των παρακλαδιών που προέκυψαν έκτοτε, κάνει πιο συνετή την ένταξη χιμπατζήδων και ανθρώπων σε διαφορετικά γένη. Φυσικά, δικαιούται κανείς να υποστηρίζει την εναλλακτική άποψη, παρότι δεν έχει γίνει αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα που καταρτίζει τους επίσημους καταλόγους με τις ονομασίες των οργανισμών. Κλείνει η παρένθεση.
Επανερχόμαστε στη διαπίστωση ότι η κοινή προσέγγιση της «παρανόησης» έχει σαφώς τακτικό χαρακτήρα και στοχεύει στην αποφυγή της άμεσης αντιπαράθεσης με βαθιά ριζωμένες «εικόνες του εαυτού» πολλών ανθρώπων, καθώς και με ένα ευρύ σύνολο συστημάτων μεταφυσικών πεποιθήσεων, πολλές από τις οποίες έχουν και τεράστια κοινωνικοπολιτική δύναμη…
Έχοντας υπόψη αυτή τη διάκριση μεταξύ επιστημονικά ορθών και «στρατηγικού χαρακτήρα» απαντήσεων, είναι χρήσιμο να σκεφτούμε πώς απαντάμε και σε άλλες παρανοήσεις και απορίες όσον αφορά την εξέλιξη.
Αν όντως καταγόμαστε από πιθήκους, πού είναι οι «ελλείποντες κρίκοι», οι ενδιάμεσες μορφές;
Πρόκειται για συνήθη παρανόηση του μηχανισμού της εξέλιξης. Εξηγούμε άραγε με σαφήνεια πως δεν παράγονται «ενδιάμεσες μορφές» κατά την εξελικτική διαδικασία παρά μόνο με την τετριμμένη έννοια ότι ΟΛΟΙ οι οργανισμοί μπορεί να θεωρηθούν ενδιάμεσες μορφές ανάμεσα στους κοντινούς προγόνους τους και μελλοντικά είδη που ενδέχεται να παραχθούν από τους ίδιους; Εξηγούμε πως η εξελικτική διαδικασία είναι μια σταδιακή μεταβολή χαρακτηριστικών, με βραδύτερο ή ταχύτερο ρυθμό κατά περίπτωση, σε πληθυσμούς που ζουν κανονικά τη ζωή τους στο εκάστοτε περιβάλλον τους; Θέλετε ενδιάμεσες μορφές; Έχουμε ήδη εντοπίσει δεκάδες: Αυστραλοπίθηκοι, Κενυάνθρωποι, Σαχελάνθρωποι, Παράνθρωποι, Άνθρωπος της Χαϊδελβέργης, Άνθρωπος του Νεάντερταλ, Άνθρωπος ο Όρθιος και πολλά άλλα είδη, όλα παρακλάδια του κλαδιού στο οποίο βρισκόμαστε κι εμείς… Καθένα από αυτά μπορεί να θεωρηθεί «ενδιάμεση μορφή». Ή και κανένα από αυτά, αφού δεν ήταν κάτι το «ενδιάμεσο» αλλά είδος που κι αυτό θα μπορούσε να αναζητήσει «ενδιάμεσες μορφές» με τους προγόνους του, εάν είχε αναπτύξει επιστήμη. Η εξέλιξη προχωρά μέσα από τη διαφοροποίηση των χαρακτηριστικών σε πληθυσμούς που συνήθως απομονώνονται από το «κυρίως σώμα» του είδους τους και ακολουθούν διαφορετική εξελικτική πορεία. Οι μεταβολές γίνονται από γενιά σε γενιά και αφορούν αλλαγές στο DNA από τη μια γενιά στην επόμενη, κάποιες από τις οποίες μεταφράζονται σε χαρακτηριστικά που μεταβάλλονται κι εντέλει επικρατούν ή όχι στον πληθυσμό έπειτα από κάμποσες γενιές. Έτσι, μπορεί κανείς να αναγνωρίζει «ενδιάμεσες» μορφές οποτεδήποτε! Αρκεί να βρει έστω και κάποιες ελάχιστες αλλαγές στο DNA από τη μια γενιά στην επόμενη, ας πούμε. Ορίστε μια περίπτωση ενδιάμεσης μορφής, η οποία δεν μπορεί να αφήσει ίχνη στα απολιθώματα, φυσικά! Η αναζήτηση ενός «ενδιάμεσου» είδους είναι μια φευγαλέα προσπάθεια που μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον. Είναι οριστικό: ενδιάμεσα είδη ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΘΩΣ ΔΕΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ από τους εξελικτικούς μηχανισμούς.
Και τότε γιατί οι επιστήμονες ανακοινώνουν κατά καιρούς την ανακάλυψη ενός απολιθώματος που είναι «ενδιάμεσο» κάποιων ομάδων, όπως για παράδειγμα η Αρχαιοπτέρυγα που θεωρείται ενδιάμεση των ερπετών και των πτηνών; Εδώ το «ενδιάμεσο» έχει μεταφορική έννοια και, κατά τη γνώμη μου, κακώς παρουσιάζεται το συγκεκριμένο εύρημα με τον τρόπο αυτό. Όταν βρεθεί ένα απολίθωμα με χαρακτηριστικά τα οποία συναντάμε χωριστά σε διαφορετικές μεγάλες ομάδες σημερινών οργανισμών λέμε πως εμφανίζει ενδιάμεσα χαρακτηριστικά, αν και αυτό δεν αποτυπώνει με ακρίβεια την κατάσταση. Αυτό συμβαίνει συνήθως σε πολύ παλαιά ευρήματα, δεδομένου ότι ο σαφής διαχωρισμός χαρακτηριστικών σε μεγάλες ομάδες συνήθως απαιτεί εκατομμύρια χρόνια εξέλιξης. Η Αρχαιοπτέρυγα, για παράδειγμα, διαθέτει και ουρά και φτερά, χαρακτηριστικά που σήμερα τα συναντάμε είτε στα ερπετά είτε στα πτηνά. Δεν διαθέτει «ενδιάμεσα» φτερά ή «ενδιάμεση» ουρά! Απλώς, στην πορεία εξέλιξης των πτηνών, υπήρξαν μορφές που διέθεταν διάφορους συνδυασμούς χαρακτηριστικών, τόσο νέες δομές, όπως τα φτερά, όσο και προγονικές, όπως οι ουρές και τα δόντια, ενώ στην πορεία κάποια από τα τελευταία χάθηκαν από την ομάδα που προέκυψε έκτοτε. Η εξελικτική εμφάνιση της ομάδας που σήμερα αποκαλούμε πτηνά, χρειάστηκε πολλά εκατομμύρια χρόνια επιβίωσης κάποιων από τις μορφές που προέκυψαν, καθώς και των δικών τους απογόνων, οι οποίοι διατήρησαν τα δικά τους χαρακτηριστικά. Έτσι, επιβίωσαν οι απόγονοι των μορφών χωρίς ουρά! Καμία μορφή, όμως, δεν ήταν «ενδιάμεση»…
Η εξέλιξη δεν είναι παρά μια θεωρία
Επίσης συνηθισμένο επιχείρημα που δηλώνει πλημμελή κατανόηση της επιστημονικής μεθόδου και της φύσης της επιστήμης συνολικά. Απαντάμε με ευθύτητα πως επιστημονική θεωρία είναι στην ουσία συνώνυμο με αυτό που στον καθημερινό λόγο αποκαλούμε «αλήθεια»; Ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη αξιόπιστη ερμηνεία οποιουδήποτε φαινομένου πέρα από αυτά που περιγράφει μια επιστημονική θεωρία; Ότι επιστημονική θεωρία σημαίνει κάτι που έχει ελεγχθεί επανειλημμένως και δεν έχει μπορέσει κάποιος να καταρρίψει; Ότι προβλέπει φαινόμενα που διαπιστώνονται στον πραγματικό κόσμο; Αν ναι, τότε η εξέλιξη είναι όντως μια επιστημονική θεωρία. Δηλαδή, ένα σύνολο προτάσεων, νόμων, προτύπων και προβλέψεων που περιγράφουν με πιστότητα την πραγματικότητα της ζωής στον πλανήτη μας.
Μα, εμείς δεν είμαστε η κορωνίδα της εξέλιξης;
Αυτή η εσφαλμένη αντίληψη αντανακλά την αριστοτελικής έμπνευσης φυσική κλίμακα, με κορυφαίο πλάσμα τον άνθρωπο, συμπληρωμένη από μια ιεραρχία αγγέλων και στην κορυφή τον Θεό, στη χριστιανική εκδοχή της.
Δείχνουμε με σαφήνεια ότι πολλά άλλα είδη εξελίχθηκαν πιο πρόσφατα από τον άνθρωπο και πως η επιστήμη δεν αναγνωρίζει «ανώτερους» και «κατώτερους» οργανισμούς; Πως όταν και κάποιοι βιολόγοι μιλούν για ανώτερα ζώα, αυτό το κάνουν μόνο μεταφορικά ή μεταφέροντας ιστορικές εκφράσεις που σήμερα δεν έχουν αξιολογικό χαρακτήρα παρά απλώς περιγράφουν κάποιες μεγάλες ομάδες οργανισμών βάσει της εν γένει πολυπλοκότητας των χαρακτηριστικών τους; Πως η πολυπλοκότητα δεν έχει αξιολογική χροιά; Δηλαδή, πολύπλοκος δεν σημαίνει «καλύτερος» ή «ανώτερος». Πως συχνά, πολύ επιτυχημένες μορφές εξελίσσονται έτσι ώστε να είναι οργανωτικά απλούστερες; Αναγνωρίζουμε ως δικό μας σφάλμα τη διάδοση της γνωστής εικόνας που δείχνει μια γραμμική αλλαγή από πίθηκο σε άνθρωπο, ενώ η ορθή θα έπρεπε να απεικονίζει έναν «θάμνο» με πλήθος διακλαδώσεων προς διάφορες κατευθύνσεις; Η ίδια απεικόνιση, μάλιστα, ενισχύει και άλλη μια παρανόηση, εκείνη που προσδίδει «σκοπό» ή κατεύθυνση στην εξέλιξη.
Η εξέλιξη δουλεύει για το καλό του είδους
Παρανόηση που επαναλαμβάνεται συχνά ακόμα κι από «ειδικούς», σε ντοκιμαντέρ για τη φύση κ.λπ. Εμπεριέχει, μάλιστα, δύο σφάλματα, ένα όσον αφορά την ύπαρξη στόχου στην εξέλιξη («για το καλό») και ένα όσον αφορά το τι «βλέπει», σε ποιο επίπεδο λειτουργεί η εξέλιξη («του είδους»). Ενισχύεται, επίσης, και από τις πολύ διαδεδομένες new age ιδέες (καλύτερα ανοησίες) που τις συναντάμε παντού στο διαδίκτυο, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ταινίες κ.ά., του τύπου «όλα γίνονται για κάποιον σκοπό»…
Κάνουμε άραγε σαφές ότι δεν υπάρχει σκοπός στην εξέλιξη; Ότι η εξέλιξη απλώς συμβαίνει, με αλγοριθμικό τρόπο, αυθόρμητα; Ότι δεν συμβαίνει «για» οτιδήποτε; Άραγε εξηγούμε πως η εξέλιξη είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κληρονόμησης χαρακτηριστικών, τα οποία εμφανίζονται σε περισσότερες ή λιγότερες παραλλαγές εντός πληθυσμών που αναπαράγονται; Πως δεν είναι δυνατόν να «δει» το μέλλον αφού οι παραλλαγές που αναπαράγονται περισσότερο, όταν δεν το κάνουν τυχαία, το πολύ-πολύ να ευνοούνται από το εκάστοτε περιβάλλον των οργανισμών, κάτι που ονομάζουμε φυσική επιλογή, ή από τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα που προσδίδουν στην ίδια την αναπαραγωγή, κάτι που αποκαλούμε φυλετική/σεξουαλική επιλογή;
Επιπλέον, θα πρέπει να διευκρινίζουμε διαρκώς πως η εξέλιξη εκδηλώνεται βάσει των διαφορών των ατόμων ή, σε λίγες ακραίες περιπτώσεις, μικρών ομάδων ατόμων, ενώ είναι φύσει αδύνατον να συμβεί βάσει χαρακτηριστικών ολόκληρου είδους; Μόνο αν ολόκληρο το είδος είναι συγκεντρωμένο σε έναν περιορισμένου μεγέθους πληθυσμό θα μπορούσε να μεταβληθεί ως είδος, αλλά και πάλι εξαιτίας της επιλογής σε επίπεδο ατόμων.
Μπορεί κανείς να συνεχίσει με πολλές άλλες παρανοήσεις και τον τρόπο που απαντάμε σε αυτές, αλλά είναι σημαντικότερο να επισημάνουμε ότι, σε μεγάλο βαθμό, όλες οι παρανοήσεις οφείλονται σε ανεπαρκή κατανόηση του τι είναι η επιστήμη και τι την διαχωρίζει από την ψευδοεπιστήμη, τους αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς κ.λπ.
Ας αναρωτηθούμε όλοι: θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αναλυτικά γιατί ο «Ευφυής Σχεδιασμός» ή η «Ομοιοπαθητική» δεν ανήκουν στην επιστήμη; Είναι βέβαιο ότι πολλοί θα καταφεύγαμε σε επιχειρήματα που επιστρατεύουν τις ανεπαρκείς ενδείξεις ή, ακόμα χειρότερα, που τους αφήνουν το περιθώριο να αποτελούν πιθανές εναλλακτικές (με το ακριβές μέγεθος των πιθανοτήτων να εξαρτάται από τις δικές μας πρότερες πεποιθήσεις). Στην καλύτερη περίπτωση θα κάναμε αναφορά στη γνωστή πορεία της επιστημονικής μεθόδου από την παρατήρηση στο συμπέρασμα μέσα από τη διατύπωση υποθέσεων, τον πειραματικό τους έλεγχο και την ανάλυση των πειραματικών αποτελεσμάτων.
Θα μας διέφευγαν, όμως, ορισμένα από τα πλέον σημαντικά διαγνωστικά χαρακτηριστικά της επιστήμης, τα οποία ταυτόχρονα μπορούν να λειτουργήσουν και ως πολύτιμα εργαλεία για κάθε άνθρωπο στην καθημερινή του ζωή!
Πρώτο και καλύτερο, η ΔΙΑΨΕΥΣΙΜΟΤΗΤΑ.
Προλαβαίνω τις αντιρρήσεις, αποδεχόμενος πως η σύγχρονη φιλοσοφία της επιστήμης δεν είναι αμιγώς «ποππεριανή», αλλά ακόμα κι έτσι η διαψευσιμότητα παραμένει σημαντική συνιστώσα της επιστημονικής μεθόδου και, πρωτίστως, προσφέρει ένα εύχρηστο διαγνωστικό εργαλείο. Απέναντι σε κάθε επιχείρημα που εμφανίζεται ως επιστημονικό ή «αληθινό», μπορεί κανείς να θέσει το ερώτημα «Ποιες ενδείξεις ή παρατηρήσεις ή ποια πειράματα θα μπορούσαν να καταρρίψουν το επιχείρημα αυτό;»
Εάν δεν υπάρχει τρόπος κατάρριψής του, τότε δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε επιστημονικό ή με οποιονδήποτε τρόπο έγκυρο! Εάν, πάλι, υπάρχει τρόπος αλλά με τα σημερινά τεχνολογικά/μεθοδολογικά δεδομένα δεν μπορούμε να τον εφαρμόσουμε, το επιχείρημα παραμένει ως κανονική επιστημονική υπόθεση για μελλοντικό έλεγχο — αλλά ο τρόπος υλοποίησης αυτού του ελέγχου θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να καταδειχθεί!
Το δεύτερο εργαλείο είναι η ΣΥΝΑΛΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
Τον όρο αυτόν πρότεινε πριν από 25 χρόνια ο σπουδαίος εξελικτικός βιολόγος Edward Osborne Wilson για να περιγράψει το ότι μπορεί και πρέπει κανείς να περνά ομαλά από το ένα επιστημονικό πεδίο στο άλλο χωρίς να χρειάζεται κάποιο άλμα όσον αφορά τις παραδοχές και τη συμβατότητα των ισχυρισμών. Εν ολίγοις, οι επιστήμες οφείλουν να είναι συμβατές η μία με την άλλη, ώστε κάθε επιστημονικό πεδίο που εξετάζει ένα πιο σύνθετο επίπεδο οργάνωσης να μην παραβιάζει τα όσα έχουν τεκμηριωθεί σε «χαμηλότερα» επίπεδα. Οι λεγόμενες «θετικές επιστήμες» το έχουν επιτύχει αυτό, όπως και ένα μέρος των λεγόμενων «επιστημών του ανθρώπου», όπως η ανθρωπολογία, η γλωσσολογία και ορισμένες προσεγγίσεις της ψυχολογίας. Είναι αναγκαίο για την ολοκληρωμένη κατανόηση του κόσμου να κατακτήσουν τη συναλματικότητα και οι υπόλοιπες.
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως η συναλματικότητα δεν είναι «χυδαίος» αναγωγισμός. Δηλαδή, η απαίτηση να μην παραβιάζει η μια επιστήμη τις υποκείμενές της δεν σημαίνει πως ανάγεται σε αυτές. Το ότι η σύγχρονη βιολογία δεν παραβιάζει όσα γνωρίζουμε από τη χημεία και τη φυσική δεν σημαίνει πως τα βιολογικά φαινόμενα εξηγούνται από τη χημεία ή τη φυσική. Ανεξάρτητα από τη συναλματικότητα, βέβαια, είναι χρήσιμο να διακρίνουμε αυτού του τύπου τον αναγωγισμό από τον «μεθοδολογικό» αναγωγισμό, κατά τον οποίο κάθε φαινόμενο που ανήκει σε ένα επίπεδο οργάνωσης θα πρέπει να μπορεί να εξηγηθεί βάσει των αρχών του αμέσως χαμηλότερου επιπέδου, αλλά όχι και πιο χαμηλών. Όμως αυτό ας το αφήσουμε για άλλη συζήτηση.
Είναι δυνατόν να προταθεί κάτι που να είναι έγκυρο και ταυτόχρονα να απαιτεί την κατάρριψη σημαντικού μέρους των όσων έχουν τεκμηριώσει οι υποκείμενες επιστήμες; Θεωρητικά ναι! Αλλά τότε, θα πρέπει να προσφέρει κανείς τις ανάλογης βαρύτητας ενδείξεις υπέρ της ανατρεπτικής υπόθεσης. Αν, λόγου χάρη, προτείνω στη βιολογία κάτι που συγκρούεται με μεγάλο μέρος της χημείας ή της φυσικής, οι ενδείξεις υπέρ της πρότασής μου θα πρέπει να είναι τόσο «συντριπτικές» ώστε να αξίζει να προχωρήσουν οι χημικοί και οι φυσικοί σε επανεξέταση των σχετικών αρχών τους!
Και το τρίτο εργαλείο είναι η ΑΠΟΔΟΧΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΜΟΤΙΜΟΥΣ.
Πρόκειται για το απλό ερώτημα: αποδέχεται η επιστημονική κοινότητα την πρόταση ως έγκυρη; Επειδή αυτό μπορεί να παρεξηγηθεί εύκολα ως υποστήριξη της πρότασης πως η πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο, ας το θέσουμε διαφορετικά: έχει ελεγχθεί η πρόταση με θετικά αποτελέσματα από διαφορετικές ανεξάρτητες ερευνητικές ομάδες; Η επιστήμη είναι ομαδικό παιχνίδι και δεν εξαρτάται από τις προσωπικές απόψεις οποιουδήποτε, ακόμη κι αν πρόκειται για κάποιον ειδικό. Έτσι, η αποδοχή από τους ομότιμους είναι απλώς ζήτημα ανεξάρτητων ελέγχων και όχι υποταγής στην κυρίαρχη ή πλειοψηφούσα άποψη.
Εννοείται πως κάποια υπόθεση που υποστηρίζεται από μια μειονότητα ενδέχεται να είναι έγκυρη. Όμως θα καθιερωθεί ως θεωρία μόνο έπειτα από την «αποδοχή» της, υπό την παραπάνω έννοια. Η επιστήμη έχει επανειλημμένα βρεθεί μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις. Κάποιος υποστηρίζει κάτι που αρχικά μοιάζει αιρετικό και η επιστημονική κοινότητα το απορρίπτει, αλλά εφόσον αυτό μπορεί να ελεγχθεί και βασίζεται σε στέρεες ενδείξεις, σύντομα γίνεται αποδεκτό και καθιερώνεται — πάντοτε, αφού πρώτα ελεγχθεί.
Εξάλλου, η επιστήμη είναι το μοναδικό ίσως πεδίο της ανθρώπινης σκέψης που επιδιώκει διαρκώς την ανατροπή των καθιερωμένων θεωριών της, διότι αυτό αποτελεί εγγενή ιδιότητα της επιστημονικής μεθόδου. Και τα τρία εργαλεία βασίζονται στη συγκεκριμένη ιδιότητα της επιστήμης.
Και τώρα, εφοδιασμένοι με αυτά τα εργαλεία, είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στο γιατί ο «Ευφυής Σχεδιασμός» και η «Ομοιοπαθητική» δεν συνιστούν επιστημονικές θεωρίες.
Ευφυής Σχεδιασμός: είναι εγγενώς μη διαψεύσιμος αφού δεν προτείνει κάτι συγκεκριμένο που να επιδέχεται ελέγχου και κατάρριψης — εξάλλου, ουδέποτε προτάθηκε από τους οπαδούς του κάποιος τρόπος διάψευσής του (επιπλέον, η επιστημονική κοινότητα εν γένει τον απορρίπτει, ενώ δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη που να τον στηρίζει). Πολύ συνοπτικά, να επισημάνουμε πως οι οπαδοί της ψευδοεπιστημονικής αυτής θεωρίας απλώς εντοπίζουν υποτιθέμενα κενά στην εξελικτική ερμηνεία και για να τα γεμίσουν επικαλούνται την ανάγκη δράσης κάποιας ανώτερης, ευφυούς δύναμης. Αυτό θα συνιστούσε ελέγξιμη πρόταση εάν μας παρουσίαζαν και τον τρόπο διάψευσης της παρουσίας ή/και της μεσολάβησης μια τέτοιας δύναμης, καθώς και μια διαψεύσιμη υπόθεση για το ποια είναι αυτή και πώς δημιουργήθηκε.
Ομοιοπαθητική: θα απαιτούσε την αναθεώρηση σχεδόν όλης της χημείας και της φυσικής, καθώς και μεγάλου μέρους της βιολογίας (βλ. το φιάσκο με τη «μνήμη του νερού»), αλλά οι υποστηρικτές της δεν προσφέρουν αντίστοιχο βάρος επιχειρημάτων. Επιπλέον, δεν παίζουν έντιμα όσον αφορά τη διαψευσιμότητα, καθώς η αποτελεσματικότητά της έχει διαψευσθεί επανειλημμένα, με τη σχετική βιβλιογραφία να είναι πλούσια σε μετα-αναλύσεις αλλά οι οπαδοί της δεν αναγνωρίζουν τα αποτελέσματα ή επικαλούνται κάποιες περιπτώσεις στις οποίες δεν προέκυψε ξεκάθαρο αποτέλεσμα. Αυτό, φυσικά, ουδόλως τους δικαιώνει αφού η αδυναμία να φθάσει κανείς σε συμπέρασμα δεν σημαίνει πως το ένα ή το άλλο είναι ορθό. Εδώ, συνοπτικά, να επισημάνουμε πως η ομοιοπαθητική βασίζεται στο ότι οι φαρμακευτικές ουσίες που χρησιμοποιεί ενισχύουν τη δράση τους όσο μεγαλύτερη είναι η διάλυσή τους. Πρόκειται για τη λεγόμενη «δυναμοποίηση» που για να έχει πολύ ισχυρή δράση το διάλυμα πρέπει να μην περιέχει ούτε ένα μόριο δραστικής ουσίας! Επιπλέον, κατατάσσουν τους ανθρώπους σε μια περιορισμένη σειρά «τύπων», βάσει μιας αυθαίρετα δομημένης τυπολογίας που δεν τεκμηριώνεται από οτιδήποτε γνωρίζουμε από τη βιολογία, την ψυχιατρική ή την ψυχολογία. Καθένας από τους τύπους αυτούς υποτίθεται πως αποκρίνεται σε διαφορετικές θεραπευτικές ουσίες. Αυτά περί «εξατομικευμένης» ιατρικής!
Ας επιστέψουμε στους πιθήκους και τους ανθρώπους, όμως. Υποστηρίζω εδώ πως οι επιστημονικές θεωρίες γίνονται κατανοητές καλύτερα όταν εξηγούνται με άμεσο και ειλικρινή τρόπο, χωρίς ασαφείς διατυπώσεις, στρατηγικές και τακτικές αποφυγής δυσκολιών, και με την ελάχιστη αναγκαία χρήση ειδικής ορολογίας. Διαφορετικά, δημιουργούνται ακόμα περισσότερες παρανοήσεις.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα από την ιστοσελίδα του υψηλού κύρους Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, με τίτλο «Κατανοώντας την εξέλιξη» (μετάφραση δική μου):
ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ: Εξέλιξη και θρησκεία είναι ασύμβατες.
ΔΙΟΡΘΩΣΗ: Επειδή ορισμένα άτομα και ομάδες διακηρύσσουν τις πεποιθήσεις τους με δυναμικό τρόπο, είναι εύκολο να αποκομίσει κανείς την εντύπωση πως η επιστήμη (που περιλαμβάνει την εξέλιξη) και η θρησκεία βρίσκονται σε πόλεμο. Εντούτοις, η ιδέα πως θα πρέπει κανείς πάντα να πρέπει να διαλέγει ανάμεσα σε επιστήμη και θρησκεία είναι εσφαλμένη. Άνθρωποι από διάφορες θρησκείες και διάφορα επίπεδα επιστημονικής εξειδίκευσης δεν βλέπουν κάποια αντίφαση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας. Για πολλούς από αυτούς, η επιστήμη και η θρησκεία απλώς ασχολούνται με διαφορετικά πεδία. Η επιστήμη ασχολείται με τα φυσικά αίτια των φυσικών φαινομένων, ενώ η θρησκεία με πεποιθήσεις που βρίσκονται πέραν του φυσικού κόσμου. Φυσικά, ορισμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις συγκρούονται καθαρά με την επιστήμη (π.χ. η πεποίθηση πως ο κόσμος και όλη η ζωή δημιουργήθηκαν κυριολεκτικά σε έξι ημέρες συγκρούεται ευθέως με την εξελικτική θεωρία). Όμως, οι περισσότερες θρησκευτικές ομάδες δεν βρίσκονται σε κάποια αντιπαράθεση με τη θεωρία της εξέλιξης ή άλλα επιστημονικά ευρήματα. Στην πραγματικότητα, πολλοί θρησκευόμενοι, μεταξύ αυτών και θεολόγοι, αισθάνονται πως η βαθύτερη κατανόηση της φύσης εμπλουτίζει την πίστη τους. Επιπλέον, στην επιστημονική κοινότητα συναντάμε χιλιάδες επιστήμονες που είναι αφοσιωμένοι πιστοί και ταυτόχρονα αποδέχονται την εξέλιξη.
Αλήθεια; Πόσο ατυχής ανάμειξη άσχετων κι αυθαίρετων προτάσεων, σκοπίμως παραπλανητικών επιχειρημάτων και προσεκτικά επιλεγμένων φράσεων! Από πού ν’ αρχίσει και πού να τελειώσει κανείς; Το σημαντικότερο είναι πως η «διόρθωση» αυτή ούτε μια στιγμή δεν αγγίζει το κατά πόσο η επιστήμη και η θρησκεία είναι όντως ασύμβατες μεταξύ τους. Όχι το αν κάποιοι άνθρωποι αποδέχονται και τις δύο αλλά αν είναι εγγενώς ασύμβατες, δηλαδή αν οι αρχές τους, τα όσα υποστηρίζουν, οι ερμηνείες που προσφέρουν κ.λπ., μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα. Η μόνη σχετική αναφορά «πετά την μπάλα στην εξέδρα» αφού ακολουθεί σε γενικές γραμμές τη γνωστή και πολλαπλώς εσφαλμένη πρόταση του διάσημου εξελικτικού Στήβεν Τζ. Γκουλντ περί «ΝΟΜΑ» (Non-Overlapping Magisteria — μη επικαλυπτόμενων βασιλείων), λέγοντας πως η επιστήμη ασχολείται με τον φυσικό κόσμο και η θρησκεία με έναν κόσμο «πέραν του φυσικού»! Ο Γκουλντ τουλάχιστον, πρόσφερε στη θρησκεία το βασίλειο της ηθικής καθοδήγησης και όχι κάποιον υπερφυσικό κόσμο. Εδώ δημιουργείται η αίσθηση πως οι επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ που συνέγραψαν το κείμενο αποδέχονται την ύπαρξη ενός κόσμου πέραν του φυσικού.
Ας εξετάσουμε το ζήτημα πιο προσεκτικά, όμως.
ΟΛΕΣ οι θρησκείες έχουν στον πυρήνα τους κάποια αφήγηση περί δημιουργίας, είτε της ζωής είτε ολόκληρου του κόσμου (χωρίς την παραμικρή αναφορά φυσικά σε οτιδήποτε υποδηλώνει το πραγματικό μέγεθος ή τη δομή του σύμπαντος, κάτι που δείχνει πως πρόκειται για ανθρώπινες κατασκευές της αντίστοιχης εποχής) — όλες ασύμβατες με την επιστήμη, η οποία μας εξηγεί τη ζωή και τον κόσμο με ριζικά διαφορετικό τρόπο.
Όλες οι θρησκείες ισχυρίζονται πως οι άνθρωποι έχουν δημιουργηθεί μέσα από κάποια ιδιαίτερα βήματα (ΟΛΑ ΕΣΦΑΛΜΕΝΑ) που, σε κάποιο σημείο, περιλαμβάνουν την παρέμβαση κάποιας(-ων) υπερφυσικής(-ών) οντότητας(-ων) (θεού/θεών) — κάτι ασύμβατο με την εξέλιξη που μας εξηγεί την εξέλιξη του ανθρώπου αποκλειστικά στη βάση της δαρβινικής θεωρίας.
Όλες οι θρησκείες θεωρούν πως τα έμβια όντα, ή έστω μόνον οι άνθρωποι, περιέχουν κάποια μη υλική ουσία, διακριτή από το υλικό σώμα (ψυχή, πνεύμα κ.λπ.), που είναι καίριας σημασίας για την ύπαρξή τους, και οι περισσότερες υποστηρίζουν πως η ουσία αυτή διατηρείται μετά τον θάνατο του σώματος — κάτι ασύμβατο με τη βιολογία αφού όλες οι λειτουργίες των έμβιων όντων περιγράφονται βάσει των υλικών σωματικών στοιχείων τους.
Όλες οι επιτυχημένες —τουλάχιστον— θρησκείες ισχυρίζονται πως η άυλη υπερφυσική οντότητα που δημιούργησε τον κόσμο διαρκώς τον παρατηρεί, παρεμβαίνει σε αυτόν με διάφορους τρόπους και επικοινωνεί με επιλεγμένους ανθρώπους ή με όλους (π.χ. μέσω της προσευχής) — κάτι ασύμβατο με την περιγραφή του κόσμου από την επιστήμη, κατά την οποία δεν τεκμηριώνεται ούτε και απαιτείται υπερφυσική παρέμβαση αλλά ούτε και κάποιο αποτέλεσμα τέτοιας παρέμβασης τεκμηριώνεται (π.χ. επίδραση προσευχής σε οτιδήποτε).
Σχεδόν όλες οι θρησκείες θεωρούν ότι η ηθική σχετίζεται άμεσα με την πίστη στο ηθικό σύστημα και τις αξίες που κάθε θρησκεία έχει θεωρήσει πως προέρχονται από την εκάστοτε υπερφυσική δύναμη που η ίδια επικαλείται — κάτι ασύμβατο με την εξέλιξη (της εξελικτικής ηθικής συμπεριλαμβανομένης), την ηθική φιλοσοφία, τη συγκριτική ανθρωπολογία κ.λπ., οι οποίες περιγράφουν την εμφάνιση και την εξέλιξη της ηθικής και των ηθικών αρχών βάσει αποκλειστικά βιολογικών και κοινωνικών δεδομένων.
Για ποια συμβατότητα συζητάμε λοιπόν; Θρησκεία και επιστήμη ασχολούνται με τα ίδια «βασίλεια», δηλαδή επιχειρούν ερμηνείες του κόσμου, εξηγούν την προέλευση της ηθικής και των ηθικών αρχών, κι επιπλέον παίζουν και οι δύο σημαντικό κοινωνικοπολιτικό ρόλο, και σε κάθε ένα από αυτά τα βασίλεια προσφέρουν ασύμβατες προτάσεις. Εάν απογυμνώσει κανείς τη θρησκεία από όλα αυτά και αφήσει μόνο κάτι το αόριστο που αναφέρεται σε μια δύναμη «πέρα από τον φυσικό κόσμο», δεν θα μπορέσει να δικαιολογήσει ούτε την ανάγκη για πίστη σε αυτή τη δύναμη, ούτε τα ιερά τελετουργικά, ούτε τις συνοδές οντότητες και εκδηλώσεις (αγίους, αγγέλους, θαύματα κ.λπ.) αλλά ούτε και τον παρηγορητικό ρόλο της μπροστά στον θάνατο. Θα την αφήσει, έτσι, χωρίς ρόλο, χωρίς οπαδούς και χωρίς κοινωνική λειτουργία. Από την άλλη, αν κανείς αποδεχθεί τα όσα παρηγορητικά προσφέρει μέσα από την επίκληση της μετά θάνατον ζωής, θα έρθει αναγκαστικά σε άμεση σύγκρουση με την επιστήμη που περιγράφει τη ζωή αποκλειστικά με υλικούς όρους μη αφήνοντας περιθώριο για αθάνατες ψυχές και πνεύματα! Δεν υπάρχει μέσος δρόμος. Η ανάγκη κάποιων επιστημόνων να ακολουθήσουν παράλληλα και κάποια θρησκεία δεν συνιστά επιχείρημα για την εγγενή συμβατότητα επιστήμης–θρησκείας, αλλά σχετίζεται με ψυχολογικής τάξης προσωπικά ζητήματα των ανθρώπων.
Είναι εντέλει σαφές ότι το προαναφερθέν κείμενο του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ συνιστά απλώς μια στρατηγικής φύσης προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης με τη δύναμη της θρησκείας, ιδίως σε μια θρησκόληπτη αμερικανική κοινωνία.
Μήπως με αυτά προτείνω ότι θα πρέπει να υιοθετήσουμε μια επιθετική, συγκρουσιακή στρατηγική ενάντια σε κάθε λογής ανορθολογικούς ισχυρισμούς και θρησκευτικές πεποιθήσεις; Όχι αναγκαστικά! Θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε και τη στάση του Δαρβίνου, όπως αυτή αποτυπώνεται στο απόσπασμα από μια επιστολή του που έχει τοποθετηθεί στη βάση του αγάλματός του στο Βρετανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας (δική μου μετάφραση):
… η ελευθερία της σκέψης προάγεται καλύτερα μέσα από τη σταδιακή διαφώτιση του νου των ανθρώπων, η οποία ακολουθεί την πρόοδο της επιστήμης …
Ναι, θα μπορούσαμε να αφήσουμε την πρόοδο της επιστήμης να φωτίζει τη σκέψη των ανθρώπων και εντέλει να τους απομακρύνει από τον ανορθολογισμό και τη σκλαβιά της δεισιδαιμονίας. Ακόμα κι αν υιοθετούσαμε αυτή την επιλογή, όμως, δεν θα σήμαινε πως πρέπει να ακολουθούμε τακτικές διαφυγής και υπεκφυγής, να λέμε μισόλογα και να χαϊδεύουμε τα αυτιά όσων δυσκολεύονται να αποδεχθούν τα ευρήματα της επιστήμης. Η «διαφώτιση του νου» εξυπηρετείται καλύτερα από τις σαφείς, ειλικρινείς και άμεσες απαντήσεις μας στα όποια ερωτήματα. Οι επιστήμονες οφείλουμε πάντα να ακολουθούμε συνεπείς συλλογισμούς και τα επιχειρήματά μας να παραμένουν στον δρόμο του ορθολογισμού και των επιστημονικών δεδομένων. Με αυτόν τον τρόπο θα καταφέρνουμε, επίσης, να διαφεύγουμε και από τις δικές μας, προσωπικές μεροληψίες. Η αυστηρή εφαρμογή της επιστημονικής μεθόδου και η χρήση των εύχρηστων εργαλείων που προαναφέραμε προσφέρουν αποτελεσματική διέξοδο από τους προσωπικούς μας, ψυχολογικής τάξης, περιορισμούς. Έχει επίσης τεράστια σημασία, αν και είναι αντίστοιχα δύσκολο, να φέρουμε τη σαφήνεια και την ευθύτητα αυτή και στην τυπική εκπαίδευση. Ένας τέτοιος στόχος φαντάζει σήμερα σχεδόν ακατόρθωτος. Αξίζει, όμως, τον κόπο η προσπάθεια αφού, εντέλει, αν το καλοσκεφτούμε και δούμε επίσης τι συμβαίνει στον πλανήτη σήμερα με την ανερχόμενη διάδοση του ανορθολογισμού και της θρησκευτικής τύφλωσης ένθεν κακείθεν, διακυβεύεται το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας.
Παρεμπιπτόντως, είναι άξιο λόγου το ότι το προαναφερθέν απόσπασμα του Δαρβίνου προέρχεται από μια παράγραφο επιστολής που απέστειλε στον φίλο του, μαχητικό αθεϊστή, Ε. Μπ. Έιβελινγκ, στις 13/10/1880 (επιστολή 12757), εξηγώντας γιατί δεν τον ακολουθεί στην άμεση σύγκρουση με τη θρησκεία (μετάφραση δική μου):
«Μου φαίνεται (είτε ορθά είτε εσφαλμένα) πως τα άμεσα επιχειρήματα ενάντια στον Χριστιανισμό και τον θεϊσμό δεν έχουν κάποια επίδραση στο ευρύ κοινό, και η ελευθερία της σκέψης προάγεται καλύτερα μέσα από τη σταδιακή διαφώτιση του νου των ανθρώπων, η οποία ακολουθεί την πρόοδο της επιστήμης. Ως εκ τούτου, είχα πάντοτε ως στόχο να αποφεύγω να γράφω περί θρησκείας και έχω περιορίσει τον εαυτό μου στην επιστήμη. Ενδέχεται, πάντως, να έχω μεροληπτήσει υπερβολικά εξαιτίας του πόνου που θα προξενούσα σε ορισμένα μέλη της οικογένειάς μου, εάν συνεισέφερα με τον οιονδήποτε τρόπο στις άμεσες επιθέσεις στη θρησκεία.»
Έτσι, ο Δαρβίνος ακολούθησε μια στρατηγική αποφυγής της σύγκρουσης με τη θρησκεία για να μη στενοχωρήσει τη σύζυγό του Έμμα, η οποία ήταν πιστή χριστιανή. Παρότι εντέλει η θεωρία του κατάφερε να κυριαρχήσει, δεν είναι βέβαιο πως η συγκεκριμένη στρατηγική του συνεισέφερε το παραμικρό. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, παρά την επιλογή του αυτή, ο ίδιος παρέμεινε σταθερός στις επιστημονικές διατυπώσεις του και, μάλιστα, διαφώνησε ευθέως με τον άλλον σπουδαίο εμπνευστή της φυσικής επιλογής, τον Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας, όταν ο τελευταίος, σε μεγαλύτερη ηλικία, παρέκκλινε προς μεταφυσικές απόψεις όσον αφορά τον άνθρωπο. Φυσικά, το ότι ακόμα και ο Δαρβίνος υιοθέτησε σε έναν βαθμό στρατηγικές αποφυγής συγκρούσεων πριν από 150 χρόνια, δεν συνιστά επιχείρημα υπέρ της ίδιας επιλογής σήμερα. Η επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ και το χάσμα ανάμεσα στις κατακτήσεις της και την κοινωνική «σοφία» (βλ. την απαισιόδοξη παρατήρηση του Ισαάκ Ασίμοφ το 1988, «η θλιβερότερη πτυχή της ζωής σήμερα είναι πως η επιστήμη συσσωρεύει γνώση ταχύτερα απ’ όσο η κοινωνία συσσωρεύει σοφία») έχει μεγαλώσει υπερβολικά για να επαναπαυόμαστε στην αναπόφευκτη σταδιακή διαφώτιση…
Η παραπληροφόρηση και οι μεγαλύτερες ή μικρότερες στρεβλώσεις διαδίδονται σήμερα πολύ πιο εύκολα μέσω του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ώστε η εν λόγω διαφώτιση να παρεμποδίζεται ακόμα περισσότερο. Ως κατακλείδα του κειμένου αυτού, ας αναφέρουμε ένα μικρό παράδειγμα παραπληροφόρησης: Κυκλοφορεί ευρύτατα ως φράση του Δαρβίνου, ακόμα και τυπωμένη σε μπλουζάκια που υπάρχουν στο πωλητήριο του Βρετανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, το ότι «Δεν είναι τα ισχυρότερα ούτε τα πλέον ευφυή είδη που επιβιώνουν αλλά εκείνα που προσαρμόζονται ευκολότερα στην αλλαγή» – ωστόσο, η φράση αυτή προέρχεται από ένα άρθρο που έγραψε το 1963 ο Λίον Μέγκινσον, Καθηγητής Διοίκησης και Μάρκετινγκ στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα (Megginson L.C. 1963. Lessons from Europe for American Business. Southwestern Social Science Quarterly 44: 3-13).
Exbio Βιολογια και Κοινωνια